el esnórkel
e
e
e
snór
ˈsnɔɾ
snawr
kel
kel
kel
esnórquel

Ορισμός και σημασία του "esnórkel"στα ισπανικά

01

σκουμπάρισμα, κολύμβηση με μάσκα και αναπνευστήρα

actividad de nadar en la superficie del agua con máscara y tubo respirador 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Hicimos esnórkel en la playa de aguas cristalinas. 

Κάναμε κολύμβηση με αναπνευστήρα στην παραλία με κρυστάλλινα νερά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store