el día personal
día
ˈdia
ντια
per
peɾ
περ
so
so
σο
nal
nal
ναλ

Ορισμός και σημασία του "día personal"στα ισπανικά

El día personal
01

προσωπική ημέρα, ημέρα προσωπικής άδειας

un día libre de trabajo tomado por motivos personales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
días personales
Παραδείγματα
Tomé un día personal para descansar. 

Πήρα προσωπική μέρα για να ξεκουραστώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store