Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El día personal
01
προσωπική ημέρα, ημέρα προσωπικής άδειας
un día libre de trabajo tomado por motivos personales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
días personales
Παραδείγματα
Tengo un día personal disponible este mes.



























