Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
la oficina de personal
/ˌofiθˈina ðe pˌɛɾsonˈal/
La oficina de personal
01
γραφείο προσωπικού, τμήμα προσωπικού
departamento encargado de la gestión del personal de una organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
oficinas de personal
Παραδείγματα
La consulta fue a la oficina de personal.



























