Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rato libre
01
ελεύθερος χρόνος, χρόνος διασκέδασης
período en el que no se tiene obligaciones y se puede descansar o realizar actividades de ocio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ratos libres
Παραδείγματα
El rato libre es ideal para relajarse y desconectar del trabajo.



























