Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encargarse de
01
αναλαμβάνω, φροντίζω
tomar la responsabilidad de una tarea, situación o persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
me encargo de
γ΄ ενικό πρόσωπο
se encarga de
ενεστώτα μετοχή
encargándose de
απλός αόριστος
se encargó de
παθητική μετοχή
encargado de
Παραδείγματα
Yo me encargaré de la cena.
Εγώ θα αναλάβω το δείπνο.
LanGeek



























