Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La transformación
01
μεταμόρφωση, μετατροπή
cambio de forma, aspecto o carácter de algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
transformaciones
Παραδείγματα
La transformación digital es necesaria.
Η ψηφιακή μεταμόρφωση είναι απαραίτητη.



























