Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
no renovable
01
μη ανανεώσιμος, μη ανανεώσιμη
recurso natural que no se puede reemplazar una vez que se consume
Παραδείγματα
La gasolina es un recurso no renovable.
Η βενζίνη είναι ένας μη ανανεώσιμος πόρος.



























