no renovable
Pronunciation
/nˈo rˌenoβˈaβle/

Ορισμός και σημασία του "no renovable"στα ισπανικά

no renovable
01

μη ανανεώσιμος, μη ανανεώσιμη

recurso natural que no se puede reemplazar una vez que se consume
no renovable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
no renovable
αρσενικό πληθυντικό
no renovables
θηλυκό ενικό
no renovable
θηλυκό πληθυντικό
no renovables
Παραδείγματα
La gasolina es un recurso no renovable.
Η βενζίνη είναι ένας μη ανανεώσιμος πόρος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store