la gráfica
grá
ˈgɾa
γκρα
fi
fi
φι
ca
ka
κα
gráfico

Ορισμός και σημασία του "gráfica"στα ισπανικά

01

γραφική παράσταση, διάγραμμα

representación visual de datos o información 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gráficas
Παραδείγματα
La gráfica muestra las ventas del mes. 

Το γράφημα δείχνει τις πωλήσεις του μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store