Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La planificación
01
σχεδίαση, οργάνωση
acción de organizar o preparar actividades, proyectos o eventos
Παραδείγματα
La planificación urbana busca mejorar la calidad de vida en la ciudad.
Ο αστικός σχεδιασμός στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής στην πόλη.



























