Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organizado
01
οργανωμένος, τακτοποιημένος
que está ordenado o estructurado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más organizado
συγκριτικός βαθμός
más organizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
organizado
αρσενικό πληθυντικό
organizados
θηλυκό ενικό
organizada
θηλυκό πληθυντικό
organizadas
Παραδείγματα
Me gusta trabajar en un espacio organizado.
Μου αρέσει να δουλεύω σε ένα οργανωμένο χώρο.



























