el muralista
mu
ˌmu
moo
ra
ɾa
ra
lis
ˈlis
lis
ta
ta
ta
centristamasajistaestilistabaterista

Ορισμός και σημασία του "muralista"στα ισπανικά

01

τοιχογράφος, μυραλίστας

artista que pinta murales en paredes o edificios 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
muralistas
αρσενικό ενικό
muralista
θηλυκό ενικό
muralista
Παραδείγματα
El muralista creó una obra impresionante en la plaza central. 

Ο τοιχογράφος δημιούργησε ένα εντυπωσιακό έργο στην κεντρική πλατεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store