satírico
satí
ˈsati
sati
ri
ɾi
ri
co
ko
ko
lírico

Ορισμός και σημασία του "satírico"στα ισπανικά

01

σατιρικός

que utiliza la ironía o el humor para criticar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
satírico
αρσενικό πληθυντικό
satíricos
θηλυκό ενικό
satírica
θηλυκό πληθυντικό
satíricas
θεματικό πεδίο
literatura, comunicación, crítica
Παραδείγματα
El artículo satírico criticaba las políticas del gobierno. 

Το σατιρικό άρθρο επέκρινε τις πολιτικές της κυβέρνησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store