el guaraní
gua
ˌgwa
gva
raní
ˈɾani
rani
pedigrímaniquícolibríbisturí

Ορισμός και σημασία του "guaraní"στα ισπανικά

01

γηγενής γλώσσα ή άτομο του λαού Γκουαρανί, γλώσσα ή μέλος του λαού Γκουαρανί

lengua indígena o persona del pueblo guaraní 
el guaraní definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guaraníes
Παραδείγματα
Aprendió a hablar guaraní con sus abuelos. 

Έμαθε να μιλάει γκουαρανί με τους παππούδες του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store