pregonar
Pronunciation
/pɾˌeɣonˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "pregonar"στα ισπανικά

pregonar
01

φωνάζω για πώληση, ανακοινώνω δυνατά

vender o anunciar mercancías en voz alta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pregonó
γ΄ ενικό πρόσωπο
pregona
ενεστώτα μετοχή
pregonando
απλός αόριστος
pregonó
παθητική μετοχή
pregonado
Παραδείγματα
El hombre pregonaba su pan recién horneado cada mañana.
Ο άντρας ανακοίνωνε το φρέσκο ψωμί του κάθε πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store