Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pregonar
01
φωνάζω για πώληση, ανακοινώνω δυνατά
vender o anunciar mercancías en voz alta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pregonó
γ΄ ενικό πρόσωπο
pregona
ενεστώτα μετοχή
pregonando
απλός αόριστος
pregonó
παθητική μετοχή
pregonado
Παραδείγματα
El vendedor pregonaba frutas frescas en la plaza.
Ο πωλητής προσφωνούσε φρέσκα φρούτα στην πλατεία.



























