Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pregonar
01
φωνάζω για πώληση, ανακοινώνω δυνατά
vender o anunciar mercancías en voz alta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pregonó
γ΄ ενικό πρόσωπο
pregona
ενεστώτα μετοχή
pregonando
απλός αόριστος
pregonó
παθητική μετοχή
pregonado
Παραδείγματα
El hombre pregonaba su pan recién horneado cada mañana.
Ο άντρας ανακοίνωνε το φρέσκο ψωμί του κάθε πρωί.



























