Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
de ultimó momento
01
τελευταίας στιγμής, πιο πρόσφατος
que se refiere a información o noticias recientes y muy recientes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
de último momento
αρσενικό πληθυντικό
de último momento
θηλυκό ενικό
de último momento
θηλυκό πληθυντικό
de último momento
Παραδείγματα
El sitio web ofrece actualizaciones de último momento de la bolsa.
Ο ιστότοπος προσφέρει ενημερώσεις της τελευταίας στιγμής του χρηματιστηρίου.



























