Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tozudo
01
πεισματάρης, ισχυρογνώμων
que se mantiene firme en su opinión o actitud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más tozudo
συγκριτικός βαθμός
más tozudo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tozudo
αρσενικό πληθυντικό
tozudos
θηλυκό ενικό
tozuda
θηλυκό πληθυντικό
tozudas
Παραδείγματα
A veces ser tozudo ayuda a alcanzar objetivos difíciles.
Μερικές φορές το να είσαι πεισματάρης βοηθάει στην επίτευξη δύσκολων στόχων.



























