Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bitácora
01
ημερολόγιο ταξιδιού
registro escrito de los detalles de un viaje o navegación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bitácoras
Παραδείγματα
Consultaron la bitácora para registrar los incidentes del viaje.
Συμβουλεύτηκαν το ημερολόγιο ταξιδιού για να καταγράψουν τα περιστατικά του ταξιδιού.



























