Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clonar
01
κλωνοποιώ
copiar un organismo, célula o material genético para crear un duplicado exacto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
clono
γ΄ ενικό πρόσωπο
clona
ενεστώτα μετοχή
clonando
απλός αόριστος
clonó
παθητική μετοχή
clonado
Παραδείγματα
Clonar animales plantea debates éticos.
Η κλωνοποίηση ζώων προκαλεί ηθικές συζητήσεις.



























