la pureza
pu
pu
poo
re
ˈɾɛ
re
za
θa
tha
durezacereza

Ορισμός και σημασία του "pureza"στα ισπανικά

01

καθαρότητα, ακεραιότητα

cualidad de ser limpio, íntegro o sin contaminación 
la pureza definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pureza del agua es esencial para la vida. 

Η καθαρότητα του νερού είναι απαραίτητη για τη ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store