Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envenenado
01
δηλητηριασμένος, δηλητηριασμένο
afectado por veneno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más envenenado
συγκριτικός βαθμός
más envenenado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
envenenado
αρσενικό πληθυντικό
envenenados
θηλυκό ενικό
envenenada
θηλυκό πληθυντικό
envenenadas
Παραδείγματα
El pescador murió después de comer pescado envenenado.
Ο ψαράς πέθανε αφού έφαγε δηλητηριασμένο ψάρι.



























