envenenado
Pronunciation
/ˌɛmbenenˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "envenenado"στα ισπανικά

envenenado
01

δηλητηριασμένος, δηλητηριασμένο

afectado por veneno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más envenenado
συγκριτικός βαθμός
más envenenado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
envenenado
αρσενικό πληθυντικό
envenenados
θηλυκό ενικό
envenenada
θηλυκό πληθυντικό
envenenadas
Παραδείγματα
El pescador murió después de comer pescado envenenado.
Ο ψαράς πέθανε αφού έφαγε δηλητηριασμένο ψάρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store