Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La medidas de seguridad
01
μέτρα ασφαλείας
acciones o precauciones tomadas para proteger personas, propiedades o información
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
medidas de seguridad
Παραδείγματα
El aeropuerto implementó nuevas medidas de seguridad.
Το αεροδρόμιο εφάρμοσε νέα μέτρα ασφαλείας.



























