Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Los primeros auxilios
01
πρώτες βοήθειες
conjunto de cuidados inmediatos que se prestan a una persona herida o enferma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El profesor explicó las reglas básicas de primeros auxilios.
Ο δάσκαλος εξήγησε τους βασικούς κανόνες των πρώτων βοηθειών.



























