Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El estado de ánimo
01
διάθεση, ψυχική κατάσταση
condición emocional o mental de una persona en un momento determinado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su estado de ánimo cambió después de recibir buenas noticias.
Η διάθεσή του άλλαξε μετά τη λήψη καλών ειδήσεων.



























