Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estar resfriado
01
είμαι κρυωμένος, έχω κρυολόγημα
tener los síntomas de un resfriado común
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
estoy resfriado
γ΄ ενικό πρόσωπο
está resfriado
ενεστώτα μετοχή
estando resfriado
απλός αόριστος
estuvo resfriado
παθητική μετοχή
estado resfriado
Παραδείγματα
Estoy resfriado y no puedo ir a trabajar hoy.
Είμαι κρυωμένος και δεν μπορώ να πάω στη δουλειά σήμερα.



























