Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
a propósito
01
σκόπιμα, εκ προθέσεως
intencionadamente , con intención de hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Rompió el vaso a propósito.
Έσπασε το ποτήρι εκ προθέσεως.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σκόπιμα, εκ προθέσεως
Έσπασε το ποτήρι εκ προθέσεως.