torear
Pronunciation
/tˌɔɾɛˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "torear"στα ισπανικά

torear
01

συμμετέχω στην ταυρομαχία σε μια αρένα, πολεμώ ταύρους

participar en la lidia de toros en una plaza
torear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
toreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
torea
ενεστώτα μετοχή
toreando
απλός αόριστος
toreó
παθητική μετοχή
toreado
Παραδείγματα
Durante las fiestas, muchos toreros desean torear ante el público.
Κατά τις γιορτές, πολλοί ταυρομάχοι επιθυμούν να torear μπροστά στο κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store