torear
to
ˌtɔ
taw
rear
ˈɾɛaɾ
rear
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "torear"στα ισπανικά

torear
01

συμμετέχω στην ταυρομαχία σε μια αρένα, πολεμώ ταύρους

participar en la lidia de toros en una plaza 
torear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
toreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
torea
ενεστώτα μετοχή
toreando
απλός αόριστος
toreó
παθητική μετοχή
toreado
Παραδείγματα
El joven aprendió a torear desde temprana edad. 

Ο νεαρός έμαθε να torear από νεαρή ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store