Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
torear
01
συμμετέχω στην ταυρομαχία σε μια αρένα, πολεμώ ταύρους
participar en la lidia de toros en una plaza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
toreo
γ΄ ενικό πρόσωπο
torea
ενεστώτα μετοχή
toreando
απλός αόριστος
toreó
παθητική μετοχή
toreado
Παραδείγματα
Durante las fiestas, muchos toreros desean torear ante el público.
Κατά τις γιορτές, πολλοί ταυρομάχοι επιθυμούν να torear μπροστά στο κοινό.



























