Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mirada
01
βλέμμα, ατενής ματιά
acto de mirar fijamente o la expresión de los ojos al mirar
Παραδείγματα
Su mirada se desvió hacia el horizonte.
Το βλέμμα του στράφηκε προς τον ορίζοντα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
βλέμμα, ατενής ματιά