Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antes de que
01
πριν
conjunción que indica que una acción ocurre previamente a otra
Παραδείγματα
Guarda el dinero antes de que alguien lo encuentre.
Φύλαξε τα χρήματα πριν τα βρει κάποιος.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πριν