Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
darse con
01
συγκρούομαι με, χτυπάω σε
chocar contra algo o alguien accidentalmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
me doy con
γ΄ ενικό πρόσωπο
se da con
ενεστώτα μετοχή
dándose con
απλός αόριστος
se dio con
παθητική μετοχή
dado con
Παραδείγματα
Me di con la puerta al salir.
Χτύπησα την πόρτα βγαίνοντας.



























