Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El champiñón
01
μανιτάρι, βρώσιμο μανιτάρι
hongo comestible con sombrero y tallo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
champiñones
Παραδείγματα
Mi hijo no quiere comer champiñones.
Ο γιος μου δεν θέλει να φάει μανιτάρια.



























