Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hay
01
υπάρχει
indica la existencia de algo en un lugar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hay
γ΄ ενικό πρόσωπο
hay
ενεστώτα μετοχή
habiendo
απλός αόριστος
hubo
παθητική μετοχή
habido
Παραδείγματα
Hay personas esperando en la puerta.
Υπάρχουν άτομα που περιμένουν στην πόρτα.



























