Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acosar
01
ενοχλώ
perseguir o vigilar de forma insistente y no deseada a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acoso
γ΄ ενικό πρόσωπο
acosa
ενεστώτα μετοχή
acosando
απλός αόριστος
acosó
παθητική μετοχή
acosado
Παραδείγματα
El hombre empezó a acosar a su ex pareja.
Ο άνδρας άρχισε να παρενοχλεί την πρώην σύντροφό του.



























