acosar
Pronunciation
/ˌakosˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "acosar"στα ισπανικά

acosar
01

ενοχλώ

perseguir o vigilar de forma insistente y no deseada a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acoso
γ΄ ενικό πρόσωπο
acosa
ενεστώτα μετοχή
acosando
απλός αόριστος
acosó
παθητική μετοχή
acosado
Παραδείγματα
La víctima denunció que la acosaban por redes sociales.
Το θύμα κατήγγειλε ότι ακολουθούνταν στα κοινωνικά δίκτυα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store