Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acosar
01
ενοχλώ
perseguir o vigilar de forma insistente y no deseada a una persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acoso
γ΄ ενικό πρόσωπο
acosa
ενεστώτα μετοχή
acosando
απλός αόριστος
acosó
παθητική μετοχή
acosado
Παραδείγματα
La víctima denunció que la acosaban por redes sociales.
Το θύμα κατήγγειλε ότι ακολουθούνταν στα κοινωνικά δίκτυα.



























