acosar
a
ˌa
a
co
ko
ko
sar
ˈsaɾ
sar
acostaracotaradosaracodar

Ορισμός και σημασία του "acosar"στα ισπανικά

acosar
01

ενοχλώ

perseguir o vigilar de forma insistente y no deseada a una persona 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acoso
γ΄ ενικό πρόσωπο
acosa
ενεστώτα μετοχή
acosando
απλός αόριστος
acosó
παθητική μετοχή
acosado
Παραδείγματα
El hombre empezó a acosar a su ex pareja. 

Ο άνδρας άρχισε να παρενοχλεί την πρώην σύντροφό του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store