el pupilo
pu
pu
poo
pi
ˈpi
pi
lo
lo
lo
estilofilohilosilo

Ορισμός και σημασία του "pupilo"στα ισπανικά

01

κηδεμόνευτος, προστατευόμενος

persona que está bajo la tutela o protección de otra 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pupilos
αρσενικό ενικό
pupilo
θηλυκό ενικό
pupila
Παραδείγματα
El pupilo del abogado aprendió mucho sobre la ley. 

Ο κηδεμόνας του δικηγόρου έμαθε πολλά για τον νόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store