Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
castigar sin salir
01
απαγορεύω την έξοδο, τιμωρώ με απαγόρευση εξόδου
prohibir a alguien salir de casa como castigo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
castigo sin salir
γ΄ ενικό πρόσωπο
castiga sin salir
ενεστώτα μετοχή
castigando sin salir
απλός αόριστος
castigó sin salir
παθητική μετοχή
castigado sin salir
Παραδείγματα
Los padres castigaron al niño sin salir por romper la ventana.
Οι γονείς τιμώρησαν το παιδί απαγορεύοντάς του να βγαίνει επειδή έσπασε το παράθυρο.



























