Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
castigar sin salir
01
απαγορεύω την έξοδο, τιμωρώ με απαγόρευση εξόδου
prohibir a alguien salir de casa como castigo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
castigo sin salir
γ΄ ενικό πρόσωπο
castiga sin salir
ενεστώτα μετοχή
castigando sin salir
απλός αόριστος
castigó sin salir
παθητική μετοχή
castigado sin salir
Παραδείγματα
Los hijos fueron castigados sin salir por llegar tarde a casa.
Τα παιδιά τιμωρήθηκαν χωρίς έξοδο επειδή ήρθαν αργά στο σπίτι.



























