nonato
no
no
no
na
ˈna
na
to
to
to
novatoneonato

Ορισμός και σημασία του "nonato"στα ισπανικά

01

αγέννητος, που δεν έχει γεννηθεί ακόμα

que aún no ha nacido 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más nonato
συγκριτικός βαθμός
más nonato
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nonato
αρσενικό πληθυντικό
nonatos
θηλυκό ενικό
nonata
θηλυκό πληθυντικό
nonatas
θεματικό πεδίο
vida, medicina, desarrollo
Παραδείγματα
El niño nonato recibe atención prenatal desde el primer trimestre. 

Το αγέννητο παιδί λαμβάνει προγεννητική φροντίδα από το πρώτο τρίμηνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store