la subrogación
sub
ˌsuβ
soob
ro
ɾo
ro
ga
ɣa
gha
ción
ˈθjɔn
thyawn
importacióncomprensióndisertaciónmarginación

Ορισμός και σημασία του "subrogación"στα ισπανικά

La subrogación
01

υποκατάσταση εγκυμοσύνης, αντικατάσταση κυοφορίας

proceso mediante el cual una mujer lleva y da a luz un bebé para otra persona o pareja 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pareja recurrió a la subrogación para tener un hijo. 

Το ζευγάρι προσέφυγε στη υποβοηθούμενη αναπαραγωγή για να αποκτήσει παιδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store