la viudez
viu
ˈbju
μπγου
dez
ðeθ
δεθ
rapideznitidezniñezadultez

Ορισμός και σημασία του "viudez"στα ισπανικά

01

χηρεία, κατάσταση χηρείας

estado de una persona cuyo cónyuge ha fallecido 
la viudez definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Tras la muerte de su esposo, enfrentó la viudez con valentía. 

Μετά το θάνατο του συζύγου της, αντιμετώπισε τη χήρα με θάρρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store