Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
venerable
01
σεβαστός
digno de respeto por la edad, la sabiduría o el carácter
Παραδείγματα
Es un venerable artista reconocido internacionalmente.
Είναι ένας σεβαστός καλλιτέχνης αναγνωρισμένος διεθνώς.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σεβαστός