Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La senilidad
01
γηρατειά, ψυχική παρακμή σχετιζόμενη με τη γήρανση
estado de deterioro mental o físico asociado a la vejez
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La senilidad puede afectar la memoria y el juicio de los ancianos.
Η γηρατειά μπορεί να επηρεάσει τη μνήμη και την κρίση των ηλικιωμένων.



























