Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El matrimonio concertado
01
συμφωνημένος γάμος, κανονισμένος γάμος
matrimonio acordado por las familias o por terceros, generalmente sin la libre elección inicial de los contrayentes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
matrimonios concertados
Παραδείγματα
El matrimonio concertado fue decidido por ambas familias.
Ο προκαθορισμένος γάμος αποφασίστηκε από τις δύο οικογένειες.



























