posparto
pos
pɔs
paws
par
ˈpaɾ
par
to
to
to
infartorepartolagartocuarto

Ορισμός και σημασία του "posparto"στα ισπανικά

01

μετά τον τοκετό, μεταγεννητικός

relativo al periodo después del parto 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
posparto
αρσενικό πληθυντικό
posparto
θηλυκό ενικό
posparto
θηλυκό πληθυντικό
posparto
θεματικό πεδίο
salud, maternidad, medicina
Παραδείγματα
La depresión posparto afecta a muchas madres. 

Η μεταγεννητική κατάθλιψη επηρεάζει πολλές μητέρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store