perinatal
pe
ˌpɛ
pe
ri
ɾi
ri
na
na
na
tal
ˈtal
tal
fenomenalimpuntualhistorialmanantial

Ορισμός και σημασία του "perinatal"στα ισπανικά

01

περιγεννητικός, σχετικός με την περίοδο αμέσως πριν και μετά τη γέννηση

relativo al periodo inmediatamente antes y después del nacimiento 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perinatal
αρσενικό πληθυντικό
perinatales
θηλυκό ενικό
perinatal
θηλυκό πληθυντικό
perinatales
Παραδείγματα
El cuidado perinatal incluye monitoreo del bebé y la madre. 

Η περιγεννητική φροντίδα περιλαμβάνει την παρακολούθηση του μωρού και της μητέρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store