Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perinatal
01
περιγεννητικός, σχετικός με την περίοδο αμέσως πριν και μετά τη γέννηση
relativo al periodo inmediatamente antes y después del nacimiento
Παραδείγματα
El equipo médico supervisa la salud perinatal constantemente.
Η ιατρική ομάδα επιβλέπει συνεχώς την περιγεννητική υγεία.



























