menopáusico
me
me
με
no
no
νο
páu
ˈpau
παου
si
si
σι
co
ko
κο

Ορισμός και σημασία του "menopáusico"στα ισπανικά

menopáusico
01

εμμηνοπαυσιακός, κλιμακτηρικός

relativo a la menopausia o a sus cambios hormonales 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
menopáusico
αρσενικό πληθυντικό
menopáusicos
θηλυκό ενικό
menopáusica
θηλυκό πληθυντικό
menopáusicas
θεματικό πεδίο
salud, medicina, biología
Παραδείγματα
Presenta síntomas menopáusicos leves. 

Παρουσιάζει ήπια συμπτώματα εμμηνόπαυσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store