menopáusico
me
ˌme
me
nop
ˈnopa
nopa
áu
u
oo
si
si
si
co
ko
ko

Ορισμός και σημασία του "menopáusico"στα ισπανικά

menopáusico
01

εμμηνοπαυσιακός, κλιμακτηρικός

relativo a la menopausia o a sus cambios hormonales 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
menopáusico
αρσενικό πληθυντικό
menopáusicos
θηλυκό ενικό
menopáusica
θηλυκό πληθυντικό
menopáusicas
Παραδείγματα
Presenta síntomas menopáusicos leves. 

Παρουσιάζει ήπια συμπτώματα εμμηνόπαυσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store