la piedad
pie
pje
pye
dad
ˈðad
dhad
unidadciudadverdadvanidad

Ορισμός και σημασία του "piedad"στα ισπανικά

01

οίκτος, συμπόνια

sentimiento de compasión o lástima hacia alguien 
la piedad definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Mostró piedad hacia los animales abandonados. 

Έδειξε οίκτο προς τα εγκαταλειμμένα ζώα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store