Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hecho polvo
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
extremadamente cansado o agotado física o mentalmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más hecho polvo
συγκριτικός βαθμός
más hecho polvo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hecho polvo
αρσενικό πληθυντικό
hechos polvo
θηλυκό ενικό
hecha polvo
θηλυκό πληθυντικό
hechas polvo
Παραδείγματα
Se sintió hecho polvo al final de la semana laboral.
Αισθάνθηκε φτιαγμένη σκόνη στο τέλος της εργάσιμης εβδομάδας.



























