soñoliento
so
so
so
ñol
ˈɲol
niol
ien
jen
yen
to
to
to
corpulentotestamentoparlamentosangriento

Ορισμός και σημασία του "soñoliento"στα ισπανικά

soñoliento
01

νυσταγμένος, υπνηλός

con sueño o con ganas de dormir 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más soñoliento
συγκριτικός βαθμός
más soñoliento
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
soñoliento
αρσενικό πληθυντικό
soñolientos
θηλυκό ενικό
soñolienta
θηλυκό πληθυντικό
soñolientas
Παραδείγματα
El calor del aula lo hacía sentirse soñoliento. 

Η ζέστη της τάξης τον έκανε να νιώθει υπνηλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store