Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soñoliento
01
νυσταγμένος, υπνηλός
con sueño o con ganas de dormir
Παραδείγματα
El sonido constante del ventilador lo mantenía soñoliento.
Ο σταθερός ήχος του ανεμιστήρα τον κρατούσε νυσταγμένο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
νυσταγμένος, υπνηλός