soñar
so
so
so
ñar
ˈɲaɾ
niar
sonarsolar

Ορισμός και σημασία του "soñar"στα ισπανικά

soñar
01

ονειρεύομαι

tener imágenes, ideas o sensaciones en la mente mientras se duerme 
soñar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sueño
γ΄ ενικό πρόσωπο
sueña
ενεστώτα μετοχή
soñando
απλός αόριστος
soñé
παθητική μετοχή
soñado
Παραδείγματα
Soñé con un lugar desconocido. 

Ονειρεύομαι για ένα άγνωστο μέρος.

02

ονειρεύομαι

imaginar algo deseado 
Παραδείγματα
Siempre soñó con ser artista. 

Πάντα ονειρευόταν να γίνει καλλιτέχνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store