Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soñar
[past form: soñé][present form: sueño]
01
ονειρεύομαι
tener imágenes, ideas o sensaciones en la mente mientras se duerme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sueño
γ΄ ενικό πρόσωπο
sueña
ενεστώτα μετοχή
soñando
απλός αόριστος
soñé
παθητική μετοχή
soñado
Παραδείγματα
Ella sueña todas las noches.
Αυτή ονειρεύεται κάθε βράδυ.
02
ονειρεύομαι
imaginar algo deseado
Παραδείγματα
Soñar no cuesta nada.
Το όνειρο δεν κοστίζει τίποτα.



























