soñar
Pronunciation
/soɲˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "soñar"στα ισπανικά

soñar
[past form: soñé][present form: sueño]
01

ονειρεύομαι

tener imágenes, ideas o sensaciones en la mente mientras se duerme
soñar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sueño
γ΄ ενικό πρόσωπο
sueña
ενεστώτα μετοχή
soñando
απλός αόριστος
soñé
παθητική μετοχή
soñado
Παραδείγματα
Ella sueña todas las noches.
Αυτή ονειρεύεται κάθε βράδυ.
02

ονειρεύομαι

imaginar algo deseado
Παραδείγματα
Soñar no cuesta nada.
Το όνειρο δεν κοστίζει τίποτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store