sacudir
sa
ˌsa
sa
cu
ku
koo
dir
ˈðiɾ
dhir
incluirinfluirresumirasistir

Ορισμός και σημασία του "sacudir"στα ισπανικά

sacudir
01

κλονίζω, σοκάρω

causar un gran impacto emocional o sorprender intensamente 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacude
ενεστώτα μετοχή
sacudiendo
απλός αόριστος
sacudió
παθητική μετοχή
sacudido
Παραδείγματα
La noticia de su renuncia sacudió a toda la empresa. 

Η είδηση της παραίτησής του σάρωσε ολόκληρη την εταιρεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store