Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sacudir
01
κλονίζω, σοκάρω
causar un gran impacto emocional o sorprender intensamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacude
ενεστώτα μετοχή
sacudiendo
απλός αόριστος
sacudió
παθητική μετοχή
sacudido
Παραδείγματα
El accidente sacudió emocionalmente a los testigos.
Το ατύχημα σάστισε συναισθηματικά τους μάρτυρες.



























