Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maravillar
01
καταπλήσσω, εκπλήσσω
sentir admiración o asombro ante algo extraordinario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
maravillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
maravilla
ενεστώτα μετοχή
maravillando
απλός αόριστος
maravilló
παθητική μετοχή
maravillado
Παραδείγματα
Se maravilló con la vista del atardecer.
Θαύμασε την θέα του ηλιοβασιλέματος.



























