maravillar
ma
ˌma
ma
ra
ɾa
ra
vi
βi
bi
llar
ˈʎaɾ
liar
martillar

Ορισμός και σημασία του "maravillar"στα ισπανικά

maravillar
01

καταπλήσσω, εκπλήσσω

sentir admiración o asombro ante algo extraordinario 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
maravillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
maravilla
ενεστώτα μετοχή
maravillando
απλός αόριστος
maravilló
παθητική μετοχή
maravillado
Παραδείγματα
Se maravilló con la vista del atardecer. 

Θαύμασε την θέα του ηλιοβασιλέματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store