maravillar
Pronunciation
/mˌaɾaβiʎˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "maravillar"στα ισπανικά

maravillar
01

καταπλήσσω, εκπλήσσω

sentir admiración o asombro ante algo extraordinario
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
maravillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
maravilla
ενεστώτα μετοχή
maravillando
απλός αόριστος
maravilló
παθητική μετοχή
maravillado
Παραδείγματα
Todos se maravillaron al presenciar el espectáculo.
Όλοι θαύμασαν παρακολουθώντας την παράσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store