Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maravillar
01
καταπλήσσω, εκπλήσσω
sentir admiración o asombro ante algo extraordinario
Παραδείγματα
Todos se maravillaron al presenciar el espectáculo.
Όλοι θαύμασαν παρακολουθώντας την παράσταση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καταπλήσσω, εκπλήσσω